Οι φωτογραφίες είναι ματιές των αναμνήσεων για τους παλαιότερους και ματιές της φαντασίας για τους νεότερους, αποτελούν στιγμιότυπα του τόπου μας και του τρόπου μας δηλαδή της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας και έχουν αποθανατιστεί πρόσωπα δικά μας, παππούδες και γιαγιάδες, γονείς, συγγενείς φίλοι και συγχωριανοί, και βασικότερο οι φωτογραφίες είναι φορείς μνήμης και γνώσης, στοιχεία τεκμηρίωσης και σύγκρισης του παρελθόντος και του παρόντος μας. Η φωτογραφία είναι μέσο επικοινωνίας, μία μορφή γλώσσας. Είναι η γλώσσα που φέρνει κοντά μας το προσωπικό μας παρελθόν, αυτό που έχουμε ζήσει αλλά έχουμε χάσει, και το παρελθόν που δε γνωρίσαμε ποτέ και δε θα μπορούσαμε ποτέ να γνωρίσουμε ένα παρελθόν έξω και πέρα απο μάς. Καθώς στο ιστορικό γίγνεσθαι εμείς ζούμε μονάχα το παρόν, η φωτογραφία μάς επιστρέφει τη ροή του χρόνου, που μας αφαιρεί ο ίδιος ο χρόνος. Θα μπορούσε το χθες να υπάρχει μόνο ως ανάμνηση αλλά θα ήταν θαμπή. Οι αναμνήσεις είναι πάντα θαμπές. Κουβαλάνε μαζί τους τη φθορά του χρόνου. Οι φωτογραφίες κουβαλάν τα χρώματα, τις μυρωδιές και τους ήχους του χρόνου.

Translate

Κουραμπιέδες και Μελομακάρονα: Τα Γλυκά των Χριστουγέννων

 


Τα Χριστούγεννα στο χωριό είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με μυρωδιές, παραδόσεις και οικογενειακές στιγμές. Στην καρδιά των γιορτών ξεχωρίζουν δύο αγαπημένα γλυκά: οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα. Οι κουραμπιέδες, πασπαλισμένοι με άχνη ζάχαρη, συμβολίζουν τη γιορτή και τη φιλοξενία. Με βούτυρο και καβουρδισμένο αμύγδαλο, αποτελούν σταθερή αξία στα χριστουγεννιάτικα σπίτια και κεράσματα. Τα μελομακάρονα, με άρωμα μελιού, πορτοκαλιού και μπαχαρικών, φέρνουν τη ζεστασιά της ελληνικής παράδοσης. Το μέλωμα και το καρύδι τους θυμίζουν οικογενειακές κουζίνες και γιορτινά τραπέζια. Στο αιώνιο δίλημμα «κουραμπιέδες ή μελομακάρονα», η απάντηση στο χωριό είναι μία: και τα δύο. Γιατί τα Χριστούγεννα είναι μοίρασμα, παράδοση και γλυκές αναμνήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά.


Η μουσική παράδοση συνεχίζεται στον τόπο μας

 


Η μουσική παράδοση αποτελεί ζωντανό κομμάτι της ιστορίας και της ταυτότητας του τόπου μας. Στο χωριό μας, από γενιά σε γενιά, οι ήχοι, τα τραγούδια και οι ρυθμοί περνούν σαν πολύτιμη παρακαταθήκη, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη, τα ήθη και τα έθιμά μας. Οι παλαιότεροι θυμούνται τα γλέντια στις πλατείες, τους γάμους και τα πανηγύρια, όπου το βιολί, το λαούτο και το τραγούδι ένωναν όλο το χωριό. Εκεί μάθαμε να χορεύουμε, να τραγουδάμε και να νιώθουμε περηφάνια για την παράδοσή μας. Αυτές οι στιγμές δεν ήταν απλώς διασκέδαση· ήταν τρόπος ζωής. Σήμερα, με χαρά βλέπουμε τη μουσική παράδοση να συνεχίζεται. Νέοι άνθρωποι ασχολούνται με την παραδοσιακή μουσική, μαθαίνουν τα τραγούδια του τόπου μας, φορούν τις παραδοσιακές φορεσιές και συμμετέχουν ενεργά σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και συλλόγους. Το παρελθόν συναντά το παρόν και δημιουργεί μέλλον. Ιδιαίτερα στο χωριό μας, η αγάπη για τη μουσική δεν χάθηκε ποτέ. Κάθε πανηγύρι, κάθε γιορτή, είναι μια ευκαιρία να ακουστούν ξανά οι γνώριμες μελωδίες που μας ενώνουν και μας θυμίζουν ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε. Η μουσική παράδοση δεν είναι κάτι παλιό ή ξεπερασμένο. Είναι ζωντανή, αναπνέει μέσα από τους ανθρώπους του τόπου μας και συνεχίζει να μας συνοδεύει σε κάθε σημαντική στιγμή. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που την αγαπούν και τη σέβονται, η παράδοση του χωριού μας θα συνεχίσει να ζει και να μας κάνει περήφανους.














Με τις μπλε φορεσιές στο δημοτικό: Μια εποχή απλότητας και παιδικής αθωότητας

 


Υπάρχουν εικόνες από το παρελθόν που μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη. Μία από αυτές είναι τα πρωινά εκείνα όπου οι μαθητές του δημοτικού, ντυμένοι με τις χαρακτηριστικές μπλε φορεσιές, κατευθύνονταν προς το σχολείο με την τσάντα στον ώμο και μια παιδική ανυπομονησία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Ήταν μια εποχή απλότητας, πειθαρχίας, αλλά και αθωότητας, όπου η στολή δεν ήταν απλώς ένα ρούχο — ήταν σύμβολο μιας ολόκληρης νοοτροπίας. Η μπλε ποδιά, ή η χαρακτηριστική φορεσιά των μαθητών, υπήρξε για δεκαετίες βασικό κομμάτι της σχολικής καθημερινότητας. Ήταν το «κοινό σημείο» όλων των παιδιών, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση. Η ομοιομορφία που δημιουργούσε είχε σκοπό να καλλιεργήσει την ισότητα, να σβήσει – έστω και φαινομενικά – τις κοινωνικές διαφορές, και να υπενθυμίζει πως μέσα στο σχολείο όλοι είχαν τον ίδιο στόχο: τη γνώση. Με μια σχολική τσάντα γεμάτη τετράδια, βιβλία και κασετίνες, οι μαθητές ξεκινούσαν καθημερινά το δρόμο προς το σχολείο. Οι γειτονιές γέμιζαν παιδικές φωνές, γέλια και χαρμόσυνα. Η στολή μπορεί να ήταν πάντα η ίδια, αλλά οι ιστορίες, τα όνειρα και οι μικρές περιπέτειες της κάθε μέρας έδιναν χρώμα στην πορεία αυτή. Η εποχή των μπλε ποδιών ήταν και εποχή αυστηρότερων σχολικών κανόνων. Το πρωινό παράταγμα, η πρωινή προσευχή, ο έλεγχος καθαριότητας και εμφάνισης ήταν μέρος της καθημερινότητας. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι που έζησαν εκείνα τα χρόνια τα θυμούνται με νοσταλγία, καθώς μέσα από αυτή τη δομή έμαθαν αξίες όπως ο σεβασμός, η υπευθυνότητα και η συνέπεια.

Η νοσταλγία μιας άλλης εποχής

Σήμερα, όταν βλέπουμε παλιές φωτογραφίες ή ακούμε αφηγήσεις για εκείνα τα χρόνια, ξυπνά μέσα μας μια γλυκιά νοσταλγία. Ήταν μια Ελλάδα διαφορετική, πιο αθώα, πιο παραδοσιακή. Η μπλε φορεσιά δεν ήταν μόνο μια σχολική στολή· ήταν μέρος της παιδικής μας ταυτότητας, μια ανάμνηση που κουβαλάει μέσα της την απλότητα και την καθαρότητα μιας άλλης εποχής.

Καλοκαίρι στην Καρδάμαινα τη δεκαετία του ’80: Ρακέτες, ανεμελιά και παιχνίδια στην άμμο

 


Ήταν καλοκαίρι στην Καρδάμαινα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ένα καλοκαίρι διαφορετικό, πιο αγνό, πιο αυθεντικό. Ο ήλιος έκαιγε, αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Αντίθετα, όλοι το περίμεναν πως και πως: παιδιά, νέοι, οικογένειες, παρέες. Η θάλασσα ήταν ο προορισμός και η παραλία το σκηνικό για αναρίθμητες καλοκαιρινές ιστορίες.

Στην παραλία, το πιο χαρακτηριστικό soundtrack δεν ήταν κάποιο ραδιόφωνο ή τραγούδι από τα καφενεία — ήταν ο ήχος από τις ρακέτες. "Παφ! Παφ!" και ξανά "παφ!" Οι ρακέτες από ξύλο – σκούρες, στιβαρές, βαριές – ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του καλοκαιριού. Παιδιά, έφηβοι, ακόμα και πατεράδες, έπαιζαν με πάθος, όχι τόσο για να κερδίσουν, αλλά για να κρατήσουν το μπαλάκι όσο πιο πολύ στον αέρα.

Η άμμος καιγόταν κάτω από τα γυμνά πόδια, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε κανέναν. Πατημασιές παντού, μπάλες που πετούσαν από τη μια παρέα στην άλλη, γέλια, φωνές. Κάπου παραδίπλα, παιδιά έσκαβαν λάκκους στην άμμο, έστηναν κάστρα και οχυρώσεις με κουβαδάκια. Άλλοι πηδούσαν τα κύματα, παρίσταναν τους δύτες με μάσκες και αναπνευστήρες ή μάζευαν κοχύλια. 


Η ανεμελιά ήταν διάχυτη. Δεν υπήρχαν κινητά, δεν υπήρχε Wi-Fi, ούτε selfie και stories. Οι αναμνήσεις χαράζονταν στο μυαλό και όχι σε pixels. Ένα καρπούζι κομμένο στα τέσσερα κάτω από τη σκιά της ομπρέλας, ένα ποτήρι λεμονάδα από το καφενείο του χωριού, κι ένα ραδιόφωνο που έπαιζε λαϊκά ή κάποιο καλοκαιρινό σουξέ του Καρβέλα και της Άννας.

Το απόγευμα, μετά το μπάνιο, τα παιδιά μαζεύονταν σε ομάδες και έπαιζαν "μήλα", "κλέφτες κι αστυνόμοι", ή μπάλα στο χωματένιο γήπεδο δίπλα στην παραλία. Η μέρα τελείωνε με μαυρισμένα πρόσωπα, αλατισμένα μαλλιά και γεμάτες καρδιές.

Αυτό ήταν το καλοκαίρι στην Καρδάμαινα του ’80: ρακέτες, παιχνίδια, ήλιος και πάνω απ’ όλα, ελευθερία. Ένα καλοκαίρι που όσοι το έζησαν, το κρατούν βαθιά μέσα τους σαν θησαυρό. Και κάθε φορά που πατούν ξανά στην παραλία, ακόμα και δεκαετίες μετά, ο ήχος της ξύλινης ρακέτας τους θυμίζει πως κάποτε, όλα ήταν πιο απλά — και πιο μαγικά.

Πρωτομαγιάτικο Στεφάνι: Το Άνθινο Σύμβολο της Άνοιξης και της Ζωής

 


Η Πρωτομαγιά, η γιορτή της άνοιξης και της φύσης, συνοδεύεται από ένα από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά έθιμα του ελληνικού λαού: την κατασκευή του πρωτομαγιάτικου στεφανιού από λουλούδια. Ένα έθιμο που αντέχει στον χρόνο, γεμάτο χρώματα, αρώματα και συμβολισμούς. Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες τίμησαν την άνοιξη και τη βλάστηση με ανθοστόλιστες γιορτές προς τιμήν της θεάς Δήμητρας και της Περσεφόνης. Στη συνέχεια, το έθιμο διατηρήθηκε και εξελίχθηκε, περνώντας από γενιά σε γενιά μέχρι και τις μέρες μας, όπου συνδέεται πλέον και με τον εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Την Πρωτομαγιά, μικροί και μεγάλοι βγαίνουν στην ύπαιθρο για να μαζέψουν αγριολούλουδα: παπαρούνες, μαργαρίτες, χαμομήλια, βούγλες, λεβάντες και πολλά ακόμα άνθη. Με αυτά φτιάχνουν στεφάνια, πλεγμένα με κληματόβεργες ή αγριολιές, τα οποία τοποθετούν στις πόρτες και τα μπαλκόνια των σπιτιών ως σύμβολα γονιμότητας, υγείας και καλής τύχης. Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι δεν είναι μόνο διακοσμητικό. Είναι ένας κύκλος ζωής και φύσης. Ο κύκλος του χρόνου που ξαναρχίζει, η γη που ξαναγεννιέται, ο άνθρωπος που συνδέεται με τη γη και τα αγαθά της. Το στεφάνι γίνεται ένα είδος «ευχαριστίας» προς τη φύση και υπενθύμιση της αρμονικής σχέσης του ανθρώπου με το περιβάλλον. Σύμφωνα με την παράδοση, το στεφάνι της Πρωτομαγιάς δεν παραμένει στο σπίτι επ’ άπειρον. Κρατιέται μέχρι του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα, στις 24 Ιουνίου, όπου καίγεται σε τελετουργικές φωτιές, συμβολίζοντας το πέρασμα από την άνοιξη στο καλοκαίρι και την κάθαρση από τα κακά πνεύματα. Ακόμα και στις μέρες μας, παρά την αστικοποίηση και τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής, το έθιμο του πρωτομαγιάτικου στεφανιού παραμένει ζωντανό. Είναι μια ευκαιρία να βγούμε στη φύση, να χαρούμε την παρέα και τη δημιουργία, και να νιώσουμε για λίγο την απλότητα και την ομορφιά των παλαιών καιρών.

Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι είναι, τελικά, μια γιορτή της ίδιας της ζωής.

Μεγάλη Πέμπτη με άρωμα... ντολμαδάκι!

 


Η Μεγάλη Πέμπτη είναι μια από τις πιο κατανυκτικές ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου, του Νιπτήρα και φυσικά, της βαφής των κόκκινων αυγών. Όμως, σε πολλές γωνιές της Ελλάδας – και ειδικά στα Δωδεκάνησα – υπάρχει μια ακόμα γευστική παράδοση που δίνει στη μέρα ξεχωριστή γεύση: τα ντολμαδάκια! Τα ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα – γεμισμένα με ρύζι, μυρωδικά και αγάπη – τιμούν το τραπέζι της Μεγάλης Πέμπτης, καθώς αποτελούν ένα νηστίσιμο και συμβολικό φαγητό. Λέγεται μάλιστα πως τα στριφτά ντολμαδάκια, με το σκούρο πράσινο φύλλο και την απαλή γεύση του λεμονιού, φέρνουν τύχη στο σπίτι και χαρά στην οικογένεια που τα φτιάχνει. Η γιαγιάδες ξεκινούν από νωρίς: διαλέγουν προσεκτικά τα αμπελόφυλλα, τα ζεματάνε και αρχίζουν την ιεροτελεστία της γέμισης, ένα προς ένα, με υπομονή και μεράκι. Συχνά, η κουζίνα γεμίζει με αρώματα δυόσμου, κρεμμυδιού και λαδιού, ενώ οι νεότεροι βοηθούν στρώνοντας τα κατσαρολικά και βάζοντας τη μουσική της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν είναι απλώς φαγητό. Είναι μνήμη, είναι παράδοση, είναι δεσμός με τις ρίζες μας. Αν φέτος η Μεγάλη Πέμπτη σας βρει κοντά στην οικογένεια ή στο χωριό, μη διστάσετε να φτιάξετε ή να δοκιμάσετε ντολμαδάκια. Είναι ένας όμορφος τρόπος να τιμήσουμε το παρελθόν, να γευτούμε το παρόν και να προετοιμαστούμε με απλότητα και κατάνυξη για τη μεγάλη Ανάσταση.

Καλή Μεγάλη Πέμπτη και... καλή όρεξη!

Το έθιμο των «Φουντών» – Ένα ζωντανό κομμάτι της παράδοσης

 


Ένα από τα έθιμα του τόπου μας που αναβιώνει την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως (κινητή γιορτή που εορτάζεται τέσσερις Κυριακές πριν το Πάσχα) είναι  και το μοίρασμα των φουντών στις Εκκλησίες. Το έθιμο των «Φουντών» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και ζωντανά έθιμα της Δωδεκανήσου, με ιδιαίτερη παρουσία στο νησί της Κω και ειδικά στα χωριά όπως η Καρδάμαινα. Από νωρίς το απόγευμα του Σαββάτου, η μεγάλη πέτρινη και  βοτσαλωτή αυλή της κάθε Εκκλησίας  κυρίως στα χωριά, ήταν γεμάτη από τις γυναίκες που έφτιαχναν τις φούντες. Ένα ματσάκι δυόσμος και στην μέση ένα γαρύφαλλο ή μια βιολέτα, τυλίγονταν γερά με την κλωστή. Όταν ερχόταν η ώρα του Εσπερινού του Σαββάτου, οι φούντες έπρεπε να βρίσκονται έτοιμες σε μια λεκάνη με νερό, για να διατηρηθούν δροσερές ως την επόμενη ημέρα, για την Κυριακή των φουντών, δηλαδή της Σταυροπροσκύνησης. Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, κατά την Θεία Λειτουργία, οι φούντες είναι σε ένα πανέρι, όπου θα τις ευλογήσει ο παπάς πάνω από την Αγία Τράπεζα. Στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο ιερέας αφού τοποθετήσει μέσα σε ένα δίσκο με βασιλικό και δυόσμο τον Τίμιο Σταυρό, τον γυρίζει τρεις φορές στο Άγιο Βήμα και έπειτα τον τοποθετεί στο κέντρο του Ιερού Ναού, για προσκύνημα. Στο τέλος μαζί με το αντίδωρο, ο ιερέας μοιράζει και από μια Αγιασμένη φούντα στους πιστούς, την οποία συνήθως την τοποθετούν εμπρός στα Εικονίσματα του σπιτιού.






Λαγάνα: Το Παραδοσιακό Άζυμο Ψωμί της Καθαράς Δευτέρας

 


Η λαγάνα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ψωμιά της ελληνικής παράδοσης, συνδεδεμένη άρρηκτα με τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας και την έναρξη της Σαρακοστής. Πρόκειται για ένα επίπεδο, άζυμο ψωμί, το οποίο παρασκευάζεται χωρίς προζύμι, ακολουθώντας μια πανάρχαια συνταγή που χάνεται στα βάθη της ιστορίας. Η παράδοση της λαγάνας έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν ένα παρόμοιο ψωμί, το οποίο ονομαζόταν "λάγανον". Ο Αριστοφάνης και ο Όμηρος κάνουν αναφορές σε άζυμα άρτους, ενώ οι Ρωμαίοι επίσης είχαν τη δική τους εκδοχή. Με την πάροδο των αιώνων, η λαγάνα διατηρήθηκε ως αναπόσπαστο μέρος των εθίμων της Ορθόδοξης παράδοσης. Η λαγάνα ξεχωρίζει για τη λεπτή, αφράτη υφή της και τη χαρακτηριστική τραγανή κρούστα της. Η παραδοσιακή συνταγή περιλαμβάνει αλεύρι, νερό, αλάτι και μαγιά (αν και αρχικά ήταν αυστηρά άζυμη). Συχνά πασπαλίζεται με σουσάμι, ενώ σε κάποιες περιοχές προσθέτουν και άλλα υλικά, όπως ελιές ή μυρωδικά. Η προετοιμασία της περιλαμβάνει ζύμωμα, ξεκούραση της ζύμης και στη συνέχεια άνοιγμα σε λεπτό, επίπεδο σχήμα. Με τη βοήθεια των δακτύλων δημιουργούνται οι χαρακτηριστικές βαθιές εγκοπές, πριν η λαγάνα ψηθεί σε υψηλή θερμοκρασία, αποκτώντας το μοναδικό της άρωμα και γεύση. Η λαγάνα έχει ιδιαίτερο συμβολισμό στη Σαρακοστή, καθώς σηματοδοτεί την αποχή από τρόφιμα ζωικής προέλευσης και την είσοδο στην περίοδο της νηστείας. Καταναλώνεται συνήθως με συνοδεία χαλβά, ταραμά, ελιές, τουρσί και άλλα σαρακοστιανά εδέσματα, δημιουργώντας ένα παραδοσιακό τραπέζι γεμάτο γεύσεις και αρώματα. Παρόλο που αρχικά ήταν διαθέσιμη μόνο την Καθαρά Δευτέρα, σήμερα πολλοί φούρνοι την παρασκευάζουν καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ωστόσο, την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας, οι φούρνοι γεμίζουν με πλήθος κόσμου που σπεύδει να προμηθευτεί την πιο φρέσκια και νόστιμη λαγάνα, κρατώντας ζωντανό το πανάρχαιο έθιμο. Η λαγάνα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ψωμί· είναι ένας ζωντανός κρίκος που ενώνει το παρελθόν με το παρόν, διατηρώντας αναλλοίωτη τη γεύση και την παράδοση της ελληνικής κουλτούρας.



Της μνήμης η κεντημένη φορεσιά

 


Οι παλιοί καπεταναίοι της Κω έβγαζαν το χρυσάφι με το καντάρι από το εμπόριο στα μακρινά τους ταξίδια, γι’ αυτό και διατηρούσαν μεγαλόπρεπα σπίτια με βενετσιάνικα έπιπλα από της Προύσας τις μεταξένιες στόφες και από τα τζοβαϊρικά της Κωνσταντινούπολης. Οι γυναίκες τους στολίζονταν σαν αληθινές βασίλισσες, ντυμένες με πολύχρωμα και χρυσοκεντημένα υφάσματα ριγωτά ή κλαδωτά, που τη φορεσιά τους συμπλήρωναν βαρύτιμα γουναρικά, όλα φερμένα από την Ευρώπη, καθώς και πολύτιμα κοσμήματα κατάφορτα από διαμάντια και πολύχρωμα πετράδια, μαζί με χρυσά νομίσματα, ντούμπλες, αγιοκωσταντινάτα, μαχμουντιέδες και άλλα ακριβά χρυσαφικά κρεμασμένα στο στήθος. Μέσα σε αυτή την μυριόπλουτη φορεσιά η Κώτισσα νύφη φάνταζε σαν ρήγισσα του μακρινού παραμυθιού, όπως αυτές που ζουν μες στην ονειροφαντασία των ποιητών και των ζωγράφων. Η φορεσιά αποτελείται από μια μεταξωτή εσωτερική μακριά πουκαμίσα. Τα φαρδομάνικά της είναι στολισμένα, όπως ο λαιμός και το στήθος, από μεταξωτές «μπιμπίλες». Το μακρύ καβάδι, από στόφα μεταξωτή και χρυσοκεντητή, ήταν ανοιχτό μπροστά με μια φαρδιά πολύπτυχη ζώστρα. Από επάνω φοριέται ένα κοντογούνι από διαφορετικό μεταξωτό. Στο κεφάλι στηρίζεται ο «μαχραμάς», μεγάλο νυφιάτικο πέπλο από διάφανο μεταξωτό, τελειωμένο στους γύρους με πλατιές και στενές κεντητές χρυσές γωνίες, γλαστράκια χρυσοκεντημένα και φουντίτσες. Σε όλο το μαντίλι υπάρχουν διάσπαρτες χρυσές βούλες. Ο στολισμός της κεφαλής τελειώνει με δυο σειρές χρυσά φλουριά ραμμένα σε βυσσινί βελούδινη κορδέλα. Στο λαιμό και στο στήθος φοριέται το «γιορτάνι», κόσμημα με πολύχρωμες πέτρες και πολλές αλυσίδες με φλουριά, ή το «πουλδάμι» ή «πουλδούμι», ένα είδος βαρύτιμου κολιέ, που στόλιζε όχι μόνο το λαιμό μα και το μέτωπο των γυναικών. Οι αρχόντισσες της Κω φορούσαν επίσης και τον «στρώπο», ένα άλλο είδος κολιέ, που ήταν ένας κόμπος με πολλά μαργαριτάρια και με κουμπιά διαμαντένια, καθώς και τις «καμπάνες», σκουλαρίκια συνήθως χρυσοσκαλισμένα και στολισμένα με μαργαριτάρια.

Απόσπασμα έκδοσης "Της μνήμης η κεντημένη φορεσιά" Επετειακή εκδήλωση της Βιβλιοθήκης της Βουλής με έκθεση καλλιτεχνικών φωτογραφιών δωδεκανησιακών γυναικείων παραδοσιακών φορεσιών της Καλλιόπης Βουτζαλή 

Τα παλιά χρόνια: Όταν ακούγαμε τους αγώνες με το ραδιοφωνάκι

 


Υπήρχε μια εποχή που το ποδόσφαιρο δεν μεταδιδόταν ζωντανά στην τηλεόραση, δεν υπήρχαν live streaming και εφαρμογές με ειδοποιήσεις για τα γκολ. Οι φίλαθλοι ζούσαν την αγωνία των αγώνων μέσα από τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, κρατώντας στο χέρι το αγαπημένο τους τρανζιστοράκι. Το ραδιόφωνο ήταν το παράθυρο του φιλάθλου στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Οι σπίθες της φαντασίας άναβαν με την κάθε περιγραφή των εκφωνητών, που με τη γεμάτη πάθος φωνή τους μετέφεραν την ένταση και το ρυθμό του παιχνιδιού. Κάθε φάση, κάθε γκολ, κάθε πανηγυρισμός ή απογοήτευση περνούσε μέσα από τα ερτζιανά, κρατώντας τους ακροατές σε εγρήγορση. Οι Κυριακές είχαν τη δική τους ιεροτελεστία. Στις αυλές, στα καφενεία, στις γειτονιές, ακόμα και στα χωράφια, το τρανζιστοράκι ήταν πάντα εκεί. Η αγωνία κορυφωνόταν, οι παρέες μαζεύονταν γύρω του, και κάθε γκολ γινόταν αφορμή για πανηγυρισμούς ή διαφωνίες. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τους μεγάλους εκφωνητές του ραδιοφώνου; Τον Βασίλη Γεωργίου, τον Γιάννη Διακογιάννη και άλλους που έβαζαν ψυχή σε κάθε τους μετάδοση; Ήταν εκείνοι που έδιναν χρώμα στο παιχνίδι και έκαναν το ακουστικό ποδόσφαιρο μια μοναδική εμπειρία. Σήμερα, το ποδόσφαιρο είναι παντού. Στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο, στις εφαρμογές των κινητών. Όμως, για όσους έζησαν εκείνα τα χρόνια, το ραδιόφωνο θα είναι πάντα συνδεδεμένο με την αγνή, ανόθευτη χαρά του ποδοσφαίρου. Ήταν μια εποχή που έδινε περισσότερο χώρο στη φαντασία, στη συντροφικότητα και στο συναίσθημα. Το τρανζιστοράκι μπορεί να έσβησε σιγά-σιγά, αλλά οι αναμνήσεις που άφησε θα παραμείνουν ζωντανές για πάντα.